αἱματίς

αἱμᾰτίς, ίδος, ή,
A blood-redcloak(?), Arist.Col.797a6: perh. f.l. for sq.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιματίς — αἱματίς ( ίδος), η (Α) [αἷμα] μσν. 1. τα ευτελέστερα κρέατα τών σφαγίων, οι λαπάδες (ίσως όμως και το αίμα που έμενε σε κακοψημένο κρέας) 2. το αίμα που πλημμυρίζει το ασπράδι τού ματιού ύστερα από ρήξη αγγείου αρχ. αιματόχρωμο ένδυμα, πορφυρός… …   Dictionary of Greek

  • αἱματίς — blood redcloak fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱματίδα — αἱματίς blood redcloak fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱματίδας — αἱματίς blood redcloak fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱματίδος — αἱματίς blood redcloak fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.